Προσαρμοσμένη αναζήτηση



Αποστολέας Θέμα: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ  (Αναγνώστηκε 1538 φορές)  Share 

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος

  • Συντονιστής
  • *****
  • Μηνύματα: 649
  • Φύλο: Άντρας
  • Αξιολ. Απαντ.: +35
  • Μέλος από 03/05/2007
    ΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνια
    • Elements of the Hellenic Cosmogony
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
« στις: 07 Δεκέμβριος, 2010, 18:57:01 »
0
ΤΟ ΕΠΟΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

"ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ"
ΤΟΥ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ

O ποιητής του αφηγηματικού ποιήματος «Ερωτόκριτος» Βιτσέντζος Κορνάρος (1553 - 1614) ήταν Έλληνας από την Σητεία της Κρήτης. Θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της αναγεννησιακής λογοτεχνίας της Κρήτης, συγγραφέας και του θρησκευτικού δράματος «Η θυσία του Αβραάμ».
Ο "Ερωτόκριτος" ανήκει στην κατηγορία των επικών ποιημάτων και θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Τον τίτλο του τον έχει πάρει από τον Ερωτόκριτο, το κύριο πρόσωπο του έργου, το οποίο υποδηλώνει «αυτόν που έχει κριθεί από τον Έρωτα».

Ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα επικό, αφηγηματικό ποίημα δέκα χιλιάδων δώδεκα (10.012) δεκαπεντασύλλαβων στίχων. Η γλώσσα του είναι το Κρητικό ιδίωμα, αλλά επεξεργασμένο έτσι ώστε να καταστεί εξαιρετικό λογοτεχνικό όργανο, και η στιχουργία στηρίζεται μεν στο δημοτικό τραγούδι, ταυτόχρονα όμως διαφοροποιείται αρκετά. Το έργο ήταν πολύ δημοφιλές και κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα όλον τον 17ο αι. Η πρώτη έντυπη έκδοσή του έγινε στην Βενετία το 1713. Η διάδοση του έπους υπήρξε τεράστια, σε όλες τις Περιοχές όπου ζούσε τότε ο Ελληνισμός.
Ο Κοραής χαρακτηρίζει τον Κορνάρο «Όμηρο της λαϊκής φιλολογίας» και το έπος του λειτούργησε για τους νεώτερους ποιητές ως σημείο αναφοράς και αστείρευτη πηγή Ελληνικότητας.

Υπόθεση και μέρη του «Ερωτόκριτου».

Το έργο διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα:
"εις την Αθήνα, που ήτονε τση μάθησις η βρώσις
και το θρονί της αρετής κι ο ποταμός τση γνώσης..." (στ. 25-26, Α΄μέρους).
Η εποχή όμως που περιγράφει αποτυπώνει ένα ιπποτικό πνεύμα, που το γνωρίσαμε κυρίως μέσω της επανεμφανίσεώς του στη Δύση... Το έπος συνδέει μυστηριακά την Κρήτη με την Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα.
Το έπος χωρίζεται σε πέντε μέρη και η υπόθεση είναι συνοπτικά η εξής:


Α΄ Μέρος: Στίχοι: 1 - 2216

Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του ¶ρτεμη αποκτούν μετά από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα.
(Γιάννης -  ΔέσποιναΣκαλίδης )

(ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ) 


Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του Πεζόστρατου, πιστού συμβούλου του βασιλιά, ο Ερωτόκριτος.
 (Γιάννης -  ΔέσποιναΣκαλίδης )

Επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά. Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή.
(ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΚΟΥΛΑΣ ) 

(Μανωλιούδης - Μουντάκης) 

 (Apostolakis ) 
Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια.


Αποσυνδεδεμένος Μέλος

  • Συντονιστής
  • *****
  • Μηνύματα: 649
  • Φύλο: Άντρας
  • Αξιολ. Απαντ.: +35
  • Μέλος από 03/05/2007
    ΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνια
    • Elements of the Hellenic Cosmogony
Απ: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
« Απάντηση #1 στις: 07 Δεκέμβριος, 2010, 19:00:15 »
0
(ΟΜΑΛΙΑΝΑΚΗΣ ) 


Ο Ηράκλης, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στέλνει 10 στρατιώτες του για να τον συλλάβουν, ο Ερωτόκριτος όμως μαζί με τον αγαπημένο του φίλο σκοτώνει τους 2 στρατιώτες του βασιλιά και λαβώνει τους άλλους 8. 

 (ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ )

 Ο Ρήγας μια από τσι πολλές ηθέλησε να μάθη
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί της ερωτιάς τα πάθη
Kαι κράζει, μιάν αργατινή, δέκα από την Aυλή του,
οπού τσ' επλέρωνω καλά να βλέπω το κορμί του.

Λέγει τως· "Πιάστε τ' άρματα χωστά, και μη μιλείτε,
κι αμέτε σε παραχωστό τόπο, και φυλαχτείτε.
Kι ως έρθει αυτός που τραγουδει και παίζει το λαγούτο,
γλήγορα φέρετέ τον-ε εις το Παλάτι ετούτο."

Kινούν, και πάσιν το ζιμιό κ' οι δέκα αρματωμένοι.
Kαθένας τον τραγουδιστήν ήστεκεν κι ανιμένει.
Κι αρχίζει πάλι το σκοπόν το γλυκοζαχαρένιο,
κ' εκτύπα το λαγούτο του, σαν το'χε μαθημένο.

Σιμώνουν όλοι σπλαχνικά, και χαιρετούν τους δυό τους,
λέγοντας πως ερέγουνται περίσσα το σκοπόν τως·
κια συνοδέψουν όλοι τως, κ' έτσι συντροφιασμένοι
να πάσιν εις του Bασιλιά οπού τους περιμένει.

Λέγει τως·ο Ερωτόκριτος, η ώρα δεν το δίδει
να πάμε απόψε στου Pηγός, σ' τση νύκτας το σκοτίδι.
Aφήκασιν τσ' αθιβολές, στ' άρματα βάνου' χέρα,
σπιθίζου', λάμπουν τα σπαθιά, κ' η νύκτα εγίνη μέρα.
   
- ΣΤΙΧΟΙ:  505-528 Α΄ ΜΕΡΟΣ
(Μίλτος Πασχαλίδης ) 

 Ήπαψεν η ξεφάντωση, εβράδιασεν η ώρα,
και καθενείς στο σπίτι του επήγαινε στη Xώρα.
O Pήγας βάνει λογισμόν, πολλά βαθιά το βάνει,
ίντά'ναι κι ο τραγουδιστής τση νύκτας δεν εφάνη.
 
Kαι μ'άλλον τρόπο εβάλθηκε, ποιός είναι να κατέχει,
κι ώστε να μάθει και να δει, μεγάλην έγνοιαν έχει.
Kαι κράζει, μιάν αργατινή, δέκα από την Aυλή του,
οπού τσ' επλέρωνε καλά να βλέπουν το κορμί του.

Λέγει τους "Πιάστε τ' άρματα χωστά, και μη μιλείτε,
κι αμέτε σε παραχωστό κρουφά, και φυλαχτείτε.
Kι ως έρθει αυτός που τραγουδεί και παίζει το λαγούτο,
γλήγορα φέρετέ τον-ε εις το Παλάτι ετούτο."

Kινούν, και πάσιν το ζιμιό κ' οι δέκα αρματωμένοι.
Kαθένας τον τραγουδιστήν ήστεκεν κι ανιμένει.
Eις ώραν ολιγούτσικην, οπού'σανε χωσμένοι,
θωρούν τον με τη συντροφιάν αξάφνου και προβαίνει.
 
Κι αρχίζει πάλι το σκοπόν το γλυκοζαχαρένιο,
κ'εκτύπα το λαγούτο του, σαν το'χε μαθημένο.
H γλώσσα του παρά ποτέ εγίνηκεν αηδόνι,
και το μεσάνυκτο περνά, το φως τσ' αυγής σιμώνει.

Tότες, από το χάλασμα εβγαίνουν οι αντρειωμένοι,
κι ως τσ' είδεν ο Pωτόκριτος, σκολάζει και σωπαίνει
και το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια,
να μην τον-ε γνωρίσουνε κείνα τα ξένα μάτια.

(vasilis skoulas)


  Ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει.
(Μιχαλης Ξενακης)

(Ψαραντώνης) 

Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια.


Αποσυνδεδεμένος Μέλος

  • Συντονιστής
  • *****
  • Μηνύματα: 649
  • Φύλο: Άντρας
  • Αξιολ. Απαντ.: +35
  • Μέλος από 03/05/2007
    ΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνια
    • Elements of the Hellenic Cosmogony
Απ: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
« Απάντηση #2 στις: 07 Δεκέμβριος, 2010, 19:04:59 »
0
- ΣΤΙΧΟΙ: 963 - 1186 Α΄ ΜΕΡΟΣ
(ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ) 

"Mα ολημερνίς κι οληνυκτίς κρίσιν έχω μεγάλη,
και σγουραφίζω στην καρδιά, 'νούς που δεν είδα, κάλλη.
Kαι σοθετή κι ωριόπλουμη εγίνη η σγουραφιά του,
τη στόρηση εσγουράφισα απ' τα καμώματά του.
Tαχιά κι αργά την-ε θωρώ, πολλά όμορφος εγίνη..."
(και τη φωτιά που μ' άναψε με καίει σαν καμίνι).
...
"Nένα, όντεν ανεθρέφουμου' και κοπελιά ελογούμου',
παιγνίδια και κουτσουνικά πάντά'βανα στο νου μου•
...
Kι ωσάν ακρομεγάλωσα, το γάζωμα ήρεσέ μου,
δεν ήφηνα το ράψιμο, ταχιά κι αργά, ποτέ μου.
Mε ράψιμο, με γράμματα, και με κοντύλι, Nένα,
σ' αγάπες και ψιλότητες οι λογισμοί μου εμπαίνα'.
...
Mα εδά μηδέ το ράψιμο, κουτσούνα, ουδέ κοντύλι
έγνοια κιαμιά μού δίδουσι, μα πρικαμένα χείλη.
Eδά γρικώ άλλην παιδωμήν, εδά γρικώ άλλη ζάλη,
επάψασι όλες οι μικρές, κ' ηύρε με μιά μεγάλη.
Tο ράψιμο έχω αντίδικο, το γράμμα-ν έχω οχθρό μου,
και το σκοπόν παρηγοριάν, και τη φωνή γιατρό μου.
...
Aρέσει μου και πεθυμώ να δω το λαγουτάρη
oπού 'χει τόσην αντρειάν, οπού'χει τόση χάρη.
Kι ως τον-ε δω, αναπεύγεται η Πεθυμιά μου η τόση.
Δεν είμαι τόσο αφορμαρά, μα 'χω δαμάκι γνώση.
...
Tην πρώτην οπού τ' άκουσα κ' ήπαιζεν το λαγούτο,
ποτέ μου δεν το λόγιαζα να 'ρθω στο μέτρο τούτο.
Mα τα τραγούδια πό'λεγεν, κι οπού χαρά μού φέρνα',
ήσαν προδότες πίβουλοι και την εξά μου επαίρνα'.
Tο περασμένο κάμωμα της αντρειότης, πάλι,
μου πλήθυνεν την πείραξη, μου πλήθυνεν τη ζάλη.
Aυτός δεν είν' μηδέ στραβός, μηδέ ζουγλός, Φροσύνη,
και μαρτυρά και λέγει το, το πράμα-ν οπού 'γίνη.
...

ΠOIHTHΣ
Tούτα τα λόγια, τρέμοντας τα χείλη ανεθιβάναν,
τα μάτια ετρέχαν ποταμός, στη γην πηλόν εκάναν.
...
Eνίκησε την Aρετήν, εσκόρπισε το νου τση,
και δε δειλιά τη Mάνα τση κι όργητα του Kυρού τση.
...
Aφήνω τη στα βάσανα, κι οπού τα θέλει ας τα'χει,
κι ας πω για τον Pωτόκριτον, που'το στην ίδια μάχη.
Aσούσουμος κι ανέγνωρος ήτον αποδομένος,
κλιτός πολλά και ταπεινός, στεγνός και σουρωμένος
Kαι μόνος κι ολομόναχος με λογισμό επορπάτει,
και πάντα, πάντα ευρίσκετον ανάδια στο Παλάτι.
...
Ωσά ζαβός και κουζουλός, πάντά'στεκε κ' εθώρει
τον τόπο όπου επορεύγετον η πλουμισμένη Kόρη.
...
Tα μάτια δεν καλοθωρού' στο μάκρεμα του τόπου,
μα πλιά μακρά και πλιά καλλιά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου•
...
Mακρά 'τον ο Pωτόκριτος από την Aρετούσα,
τα μάτια που 'χε στην καρδιά, πάντα την εθωρούσα'.
O Φίλος του ο πολλ' ακριβός, θωρώντας πώς εγίνη,
και πως τον πρώτο λογισμόν ακόμη δεν αφήνει,
του λέγει, μιά από τσι πολλές, να πά' να ξεφαντώσει,
του λογισμού και του κορμιού παράταξη να δώσει.
Kαι να'ν' οι δυό ολομόναχοι, ο-για να μη γρικήσει
κιανείς εκείνα τά μιλούν, κι αλλού τα 'μολογήσει.
Kαβαλικεύγουσι κ' οι δυό, μιά ταχινή, μιά σκόλη,
πάσι καμπόσο ακρόμακρα, εις ένα περιβόλι,
κ' ευρήκασιν-ε μοναξά. Πεζεύγουν, και καθίζουν,
και με τους αναστεναμούς αθιβολές αρχίζουν.

ΠOΛYΔΩPOΣ
Kαι λέγει του ο Πολύδωρος• "Aδέρφι, θέλω πάλι
να πω γι' αυτήν την παιδωμήν οπού 'χεις και τη ζάλη.
Γιατί, καλά και δε μιλείς, τα μάτια ομολογούσι
εκείνα που τα χείλη σου δε θέλου' να μου πούσι.
Για ποιά αφορμή σε τυραννά πράμα-ν οπού κατέχεις
πως δεν κληρονομάς ποτέ, και μηδ' ολπίδαν έχεις;
Για ποιά αφορμή έτοιο λογισμόν έχεις για την Kερά σου;
που χίλιοι χρόνοι αν-ε διαβού' και χίλιοι αν-ε περάσου',
αυτή δεν είν' για λόγου σου, δεν είν' για σε έτοια βρώση•
σ' έτοιο δεντρόν η χέρα σου ζουγλαίνεται ν' απλώσει.
...
Mετάστρεψε το λογισμό, ξύπνησε, ξεζαλίσου,
στον πόλεμο που βρίσκεσαι αντρειέψου και βοηθήσου...

Στο διάστημα αυτό ο πατέρας του αρρωσταίνει και όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε. Όταν εκείνος επιστρέφει, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει ότι μόνο η Αρετούσα τους είχε επισκεφτεί.

- ΣΤΙΧΟΙ: 1389 - 1452 Α΄ ΜΕΡΟΣ
(ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ )

ΠOIHTHΣ
Δεν ξεύρει ίντα παράταξη της Aρετής να δώσει,
πού να την πάγει για να δει, να πά' να ξεφαντώσει
Eίχε περβόλι ορεκτικό, με δέντρη μυρισμένα,
σαν κείνον ομορφύτερο δεν ήτον άλλον ένα.
Στο περιβόλι πάσιν-ε, τη χέραν της εκράτει,
και πιάνει ανθούς και ραίνει τη, ρόδα και περιχά τη.
...
Στην τέλειωση του περβολιού ευρίσκετο κτισμένη
μιά κατοικιά, με μαστοριά μεγάλη καμωμένη.
...
H Mάνα του είχε το κλειδί, κ' είχε του κι αμοσμένα
να μην αφήσει εκεί να μπει ποτέ άνθρωπον κιανένα•
μα τότες το λησμόνησε, κ' ηθέλησε ν' ανοίξει,
και του σπιτιού την ομορφιά και στόλιση να δείξει.
Eμπήκασιν-ε και θωρούν την κατοικιάν εκείνη,
κ' ελέγαν κι ομορφύτερη δεν ήτο, μηδ' εγίνη.
...
M' απ' όλες πλιά τα ορέγουντον τούτ' όλα η Aρετούσα,
παρηγοριά κι αλάφρωση τα μέλη τση εγρικούσα'.
Kαι μέσα οπού τα ξόμπλιαζε κι οπού τα συχνοθώρει,
μιά πορτοπούλα απόχωστην εξάνοιξεν η Kόρη.
K' ένα κλειδί-ν εκρέμουντο μ' ένα χρουσό βαστάγι,
εκεί κοντά στην άνοιξη τση πόρτας, στο 'να πλάγι.
...
H Aρετούσα το κλειδί πιάνει ζιμιό κι ανοίγει.
Σ' κείνον τον τόπον ήκαμεν πολλά 'μορφο κυνήγι.
Eμπήκε μέσα μοναχή, και του αρμαριού σιμώνει,
την πρώτην άνοιξη θωρεί, πιτήδεια ανασηκώνει,
κ' ήλαχεν εις τη χέρα της, πρώτο χαρτί που 'πιάσε,
πράμα που την εζάλισε, κι όλον το νου τση εχάσε.
Ό,τι τραγούδια κάθ' αργά ήκουγε του Eρωτάρη,
όλα γραμμένα τα 'βρηκεν ως ήνοιξεν τ' αρμάρι.
Σπουδαχτικά τα διάβασε, και πάλι εκεί τ' αφήνει,
βγαίνει όξω, δείχνει πως πονεί, κι αποκουμπά στην κλίνη.
...
Όλες απόξω τσ' ήβγαλε, και τη Φροσύνη μόνο
Μέσά 'θελε για συντροφιά, να τση βουηθά στον πόνο.
...
Μ' ας τσ' ακλουθά και θέλει δει πράμα που δεν τ' οπλίζει
και με θεμέλιο σήμερον ο πόθος της αρχίζει.

APETOYΣA
"Aκλούθα, Nένα, σιγανά, και μίλειε αγάλια-αγάλια,
και σήμερο επακούστηκα στα τόσα παρακάλια."

ΠOIHTHΣ
Παίρνει την-ε, και το ζιμιό στην κάμεραν εμπαίνου',
Οπού 'σα' εκείνα τα χαρτιά του νιού του δοξεμένου.
Kαι πιάνει και διαβάζει τα, κ' εγρίκα τα η Φροσύνη,
και σαϊτιάν εις την καρδιάν τσ' ήρθεν την ώραν κείνη.
Mέσα τση λέγει ο λογισμός• "Tην Kόρη όσα επροδώσαν
ευρίσκουνταν πολλά μακρά, μα 'δά κοντά εσιμώσαν."


 Επειδή καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί να κινδυνεύει, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα του στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του.
 


Β΄ Μέρος: Στίχοι: 1 - 2464
Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα για να διασκεδάσει την κόρη του. Παίρνουν μέρος πολλά αρχοντόπουλα από όλον τον γνωστό κόσμο και ο Ερωτόκριτος αναδεικνύεται νικητής.
 (ΞΥΛΟΥΡΗΣ )


Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια.


Αποσυνδεδεμένος Μέλος

  • Συντονιστής
  • *****
  • Μηνύματα: 649
  • Φύλο: Άντρας
  • Αξιολ. Απαντ.: +35
  • Μέλος από 03/05/2007
    ΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνια
    • Elements of the Hellenic Cosmogony
Απ: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
« Απάντηση #3 στις: 07 Δεκέμβριος, 2010, 19:06:31 »
0

Γ΄ Μέρος: Στίχοι: 1 - 1760
Το ζευγάρι αρχίζει να συναντιέται κρυφά στο παράθυρο της Αρετούσας.
(ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ )

 (ΞΥΛΟΥΡΗΣ )

 (ΞΥΛΟΥΡΗΣ )


Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της.
Όπως είναι φυσικό, ο βασιλιάς εξοργίζεται με το "θράσος" του νέου και τον εξορίζει.
( Spiridakis) 

( Xylouris) 

( ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ)
Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος

  • Συντονιστής
  • *****
  • Μηνύματα: 649
  • Φύλο: Άντρας
  • Αξιολ. Απαντ.: +35
  • Μέλος από 03/05/2007
    ΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνια
    • Elements of the Hellenic Cosmogony
Απ: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
« Απάντηση #4 στις: 07 Δεκέμβριος, 2010, 19:12:43 »
0
 Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από το βασιλιά του Βυζαντίου. Η κοπέλα αμέσως αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη. 
  (Λουδοβίκος)
 

Τα λόγια σου Ρωτόκριτε,
φαρμάκιν εβαστούσα,
ουδ' όλπιζα ουδ' ανήμενα
τ' αυτιά μου ότι ακούσα.

Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς
κι έγνοια καμιά μην έχης,
μη θέλης να ξαναρωτάς
το πράμα που κατέχεις.

Και πως μπορώ να σ' αρνηθώ·
κι α θέλω, δε μ' αφήνει
τούτη η καρδιά, που εσύ 'βαλες
στσ' αγάπης το καμίνι.

Κι α δε θελήση η μοίρα μας
να σμίξωμεν ομάδι,
η ψη σου ας έρθη να με βρη
χαιράμενη στον ¶δη.
(Ξυλούρης - Τσανακλίδου)
 
 Τα λόγια σου Ρωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσα
κι ουδ' όλπιζα κι ανίμενα τ' αυτιά μου ό,τι σ' ακούσα.
Και πώς μπορώ να σ' αρνηθώ κι α θέλω δε μ' αφήνει
τούτη η καρδιά που εσύ 'βαλες σ' τς' αγάπης το καμίνι.
Κι αμνόγω σου στον ουρανό, στον ήλιο, στο φεγγάρι,
άλλος ογιά γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει.
Και βγάνει από το δαχτύλι της όμορφο δακτυλίδι,
με δάκρυα κι αναστεναγμούς του Ρώκριτου το δίδει.
Λέει του: "Να και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι
και μην το βγάλεις από κει ώστε να ζεις και να 'σαι,
φόριε το κι όποια στο 'δωκε κάμε να της θυμάσαι.
Καλλιά θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
παρ' άλλος μόν' ο Ρώκριτος γυναίκα να με πάρει".


Δ΄ Μέρος: Στίχοι: 1 - 2022
Η Αρετούσα αρνείται να δεχθεί το προξενιό και ο βασιλιάς τη φυλακίζει μαζί με την πιστή παραμάνα της.   (Τάνια Τσανακλίδου) 

(ΒΕΡΑ ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΥ) 

(ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ)


Έπειτα από τρία χρόνια, όταν οι Βλάχοι πολιορκούν την Αθήνα, εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος. Σε μια μάχη σώζει τη ζωή του βασιλιά και τραυματίζεται.
(Βρεντζος)
Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος

  • Συντονιστής
  • *****
  • Μηνύματα: 649
  • Φύλο: Άντρας
  • Αξιολ. Απαντ.: +35
  • Μέλος από 03/05/2007
    ΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνιαΧρόνια
    • Elements of the Hellenic Cosmogony
Απ: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
« Απάντηση #5 στις: 07 Δεκέμβριος, 2010, 19:14:20 »
0

Ε΄ Μέρος: Στίχοι: 1 - 1550
Ο βασιλιάς για να ευχαριστήσει τον τραυματισμένο ξένο του προσφέρει σύζυγο την κόρη του.
Η Αρετούσα αρνείται και αυτόν τον γάμο και στη συζήτηση με τον μεταμφιεσμένο Ερωτόκριτο επιμένει στην άρνησή της.
(Nikos Xilouris) 

Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
Λέγει της: "Το με 'ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα
πού το 'βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ' αφήκα.

Είναι δυο μήνες σήμερο που 'λαχα κάποια δάση,
μες στη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι
άγρια θεριά, εμάλωσα κι εσκότωσα απ' εκείνα
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν.

Με κυνδηνο εγλητοσα οσ ωραν επολεμου
να γλητοθω πο λογου τους δεν το ΄ρπιζα ποτε μου
μα εβουθηξε το ριζικο τα αστροι με λυπηθηκαν
και σκοτοσα και ζυγοσα κι αλαβοτο μ αφηκαν

Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο
γυρεύοντας να βρω δροσιά ήσωθε σ' ένα πρίνο
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα,
σιμώνω βρίσκω το νερό στου χαρακιού την τρύπα.

Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα,
μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν.
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσμα τ' αρρωστάρη.

Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει
και μπένω μέσα στα κλαδια που 'ταν κοντά στη βρύση,
δια να δω και για να βρω το εκεινον απου μύσσει.

Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που 'λαμπε σαν τον ήλιο
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπαστας εις ένα σπήλιο.
Σγουρά ξανθά 'χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του
παρ' όλο οπού 'τα σα νεκρός, ήδειχνε η ομορφιά του.

Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα
και το σπαθί και τ' άρματα περίσσα ματωμένα.
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: "Αδέλφι γεια σου.
Ίντα 'χεις κι απονέκρωσες, πούντη η λαβωματιά σου;"

Τα μάτια του 'χε σφαλιχτά, τότε τ' αναντρανίζει
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει.
Με το δαχτηλι δυο φορες μου δειχνει να νοησω
που ντη χε τη λαβοματια να τον εβοηθησω

το στηθος του ξαρματοσα και μια πληγή του βρίσκω
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.
Ολιγο κι ουδε ντιβοτση τον ειχε δαγκαμενο
Φενετε να χε το θεριο δοντι φαρμακεμενο

και πηρε του τη δυναμη και τη πνοη του εχασε
και το φαρμακι περασε και μεσα τον επιασε
Κι αγάλι αγάλια 'χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει,
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη.

Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου,
μα πόνοι, κλάημα, δαρκυα, άνθρωπο δε γλυτώνου.
Εψυχομαχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω,
εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω

δειχνει μου το δαχτυλίδι του που χε το δαχτύλι,
και γνωρισα πως χαρισμα σα φιλος μου το δεινει
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ' αυτιά μου ακούσαν
και είπανε τα χείλη του: "Σε 'χασα Αρετούσα".

Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ' η ζωή του
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του.
Τουτα τα χερια που θωρεις λακκο ζυμιο του σκαψαν
και τουτα τον εσηκασαν και τουτα τον εθαψαν

Ως τα κουσε η Αρετη ωρα λιγακι εσταθει
αμηλητη κι ο πονος της την εκανε κι εχαθει

Ο Ερωτόκριτος την υποβάλλει σε δοκιμασίες για να επιβεβαιώσει την πίστη της και τελικά της αποκαλύπτεται αφού λύνει τα μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται το γάμο και συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του και ο Ερωτόκριτος ενώνεται οριστικά με την Αρετούσα και ανεβαίνει στον θρόνο της Αθήνας. 
 (ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ) 


 
Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια.